Κάτοικοι του Βυζικίου Αρκαδίας απέκλεισαν συμβολικά την Εθνική Οδό 74 Τρίπολης – Πύργου στη θέση Σταυροδρόμι, γύρω στις 13:00 της Παρασκευής 14 Αυγούστου, ζητώντας την κατασκευή της Παράκαμψης Λαγκαδίων. Την κινητοποίηση οργάνωσε η Ένωση Βυζικιωτών, με σύνθημα «Αγωνιζόμαστε για δρόμο ασφαλή».
Επτά εβδομάδες νωρίτερα, στον Δήμο Γορτυνίας, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Την Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026, στο Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο της Δημητσάνας, υπουργοί, γενικοί γραμματείς, δήμαρχοι, μελισσοκόμοι και ξενοδόχοι εγκαινίαζαν τους «Διαλόγους για την Ορεινότητα», την πανελλαδική πρωτοβουλία της νεοσύστατης Ειδικής Γραμματείας Ορεινών Περιοχών. Την επομένη, Σάββατο 27 Ιουνίου, ο δρόμος που συνδέει τη Δημητσάνα με την υπόλοιπη χώρα έκλεινε ξανά από κατολισθήσεις.
Η σύμπτωση δεν είναι σχόλιο, είναι το ίδιο το θέμα. Η ορεινή Πελοπόννησος βρίσκεται, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, στο επίκεντρο ενός οργανωμένου κρατικού σχεδιασμού. Ταυτόχρονα, τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι ο ρυθμός με τον οποίο αδειάζουν τα ορεινά χωριά τρέχει ταχύτερα από τον ρυθμό με τον οποίο χτίζεται η πολιτική απάντηση.
Επτά δεκαετίες συρρίκνωσης στη Γορτυνία
Ο Δήμος Γορτυνίας είναι η καθαρότερη περίπτωση. Η Απογραφή του 2021 κατέγραψε στον Δήμο 8.376 μόνιμους κατοίκους, έναντι 10.109 το 2011, μείωση 23,31% που κατατάσσει τη Γορτυνία δωδέκατη πανελλαδικά ανάμεσα στους 333 Δήμους της χώρας ως προς τον ρυθμό πληθυσμιακής απώλειας. Στην Απογραφή του 1951, σύμφωνα με έρευνα τοπικής εφημερίδας της Γορτυνίας, η ίδια περιοχή αριθμούσε 42.354 κατοίκους.
Η εικόνα δεν περιορίζεται στη Γορτυνία. Στο σύνολο της Περιφερειακής Ενότητας Αρκαδίας ο μόνιμος πληθυσμός υποχώρησε κατά 10,5% μεταξύ 2011 και 2021, φτάνοντας τους 77.551 κατοίκους. Ο Δήμος Μεγαλόπολης πέρασε από τους 10.687 στους 8.791 κατοίκους, ενώ ακολουθούν ο Δήμος Νότιας Κυνουρίας με μείωση περίπου 12,4%, ο Δήμος Βόρειας Κυνουρίας με 7,8% και ο Δήμος Τρίπολης με 7%. Οι λίγες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα: όσο ψηλότερα και όσο μακρύτερα από τους οδικούς άξονες, τόσο βαθύτερη η απώλεια.
13 σχολεία φέτος, 37 πέρυσι
Αν τα απογραφικά νούμερα δείχνουν το παρελθόν, τα σχολεία δείχνουν το μέλλον. Με Κοινή Υπουργική Απόφαση της Δευτέρας 15 Ιουνίου, δεκατρείς σχολικές μονάδες της Πελοποννήσου καταργούνται οριστικά από το σχολικό έτος 2026-2027, πέντε νηπιαγωγεία και οκτώ δημοτικά σχολεία σε τέσσερις Περιφερειακές Ενότητες.
Στην Αρκαδία κλείνουν τα Νηπιαγωγεία Καρύταινας και Λαγκαδίων, και τα δύο στον Δήμο Γορτυνίας, καθώς και τα Δημοτικά Σχολεία Αγίου Πέτρου και Καστρίου, στον Δήμο Βόρειας Κυνουρίας. Στην Αργολίδα καταργούνται το μονοθέσιο Νηπιαγωγείο Πυργιωτίκων και το Δημοτικό Σχολείο Αχλαδοκάμπου. Στη Λακωνία κλείνουν το Νηπιαγωγείο Πετρίνας και τρία δημοτικά σχολεία, ενώ στη Μεσσηνία το Νηπιαγωγείο Πύργου Τριφυλίας και δύο δημοτικά, στον Πύργο Τριφυλίας και στην Καλλιθέα Πύλου. Οι ακριβείς ονομασίες δύο μονάδων της Λακωνίας δεν επιβεβαιώνονται από τα διαθέσιμα μητρώα οικισμών και χρήζουν επαλήθευσης από το κείμενο της ίδιας της απόφασης.
Η φετινή απόφαση δεν είναι μεμονωμένο επεισόδιο. Πέρυσι, με το ΦΕΚ Β΄ 4589/22-08-2025 και υπογραφή του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης Πελοποννήσου Δημήτρη Οικονομόπουλου, τέθηκαν σε αναστολή λειτουργίας 37 σχολικές μονάδες, 15 δημοτικά σχολεία και 22 νηπιαγωγεία, με ορισμένες από αυτές να βρίσκονται σε αναστολή ήδη από το 2016-2017. Για τη νέα σχολική χρονιά η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Πελοποννήσου ενέκρινε αντίστοιχη αναστολή λειτουργίας για 19 νηπιαγωγεία και 7 δημοτικά. Πρόκειται για διοικητική πράξη διαφορετική από την κατάργηση, που δεν πρέπει να συγχέεται μαζί της, αλλά η αιτιολογία είναι σε κάθε περίπτωση λακωνική: μηδενικές εγγραφές, έλλειψη ελάχιστου αριθμού μαθητών ή απουσία σχολικού κτηρίου.
Το κόστος δεν είναι μόνο συμβολικό. Μόνο για τη Λακωνία, η μεταφορά των μαθητών που μετακινούνται σε άλλες μονάδες υπολογίζεται σε 44.643,60 ευρώ ετησίως. Ένα σχολείο που κλείνει σε ορεινό χωριό δεν αφαιρεί απλώς μια αίθουσα, αφαιρεί τον λόγο για τον οποίο μια νέα οικογένεια θα σκεφτόταν να μείνει.
760 Δήμοι χωρίς καμία γέννηση
Η ορεινή Πελοπόννησος δεν είναι ελληνική εξαίρεση, αλλά ακραία εκδοχή ενός εθνικού φαινομένου. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών, στο πρώτο δίμηνο του 2026 δεν καταγράφηκε ούτε μία γέννηση σε 760 από τους 846 Δήμους της χώρας για τους οποίους υπάρχουν δεδομένα, ποσοστό 86%. Πανελλαδικά, το ίδιο διάστημα καταγράφηκαν 33.257 θάνατοι έναντι 16.173 γεννήσεων.
Ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα κινείται περί τα 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, όταν για τη σταθεροποίηση του πληθυσμού απαιτούνται περίπου 2,1. Το εθνικό μέγεθος, ωστόσο, δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως στην ορεινή Αρκαδία, όπου στη μείωση των γεννήσεων προστίθεται η εσωτερική μετανάστευση προς την Τρίπολη, την Καλαμάτα και την Αθήνα, φαινόμενο που ξεκίνησε πολύ πριν από τη δημογραφική κρίση και έχει διαφορετικά αίτια.
Ένα ακόμη στοιχείο αφορά άμεσα την ύπαιθρο. Σύμφωνα με επεξεργασία στοιχείων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για το δ΄ τρίμηνο του 2025, την οποία επικαλέστηκε τον Μάρτιο του 2026 η Νέα Αριστερά, οι απασχολούμενοι στον πρωτογενή τομέα υποχώρησαν μέσα σε έναν χρόνο από 409.500 σε 333.600, απώλεια 75.900 θέσεων. Το στοιχείο προέρχεται από πολιτική πηγή και χρειάζεται ανεξάρτητη διασταύρωση, δείχνει όμως την κατεύθυνση: το επάγγελμα που κρατούσε ζωντανά τα ορεινά χωριά συρρικνώνεται.
Μια Γραμματεία και μια στρατηγική με ορίζοντα το 2035
Απέναντι σε αυτή την εικόνα, η κυβέρνηση κινήθηκε την άνοιξη του 2026 σε δύο επίπεδα. Πρώτον, με τροποποίηση του Προεδρικού Διατάγματος 98/2020 προχώρησε η σύσταση της Ειδικής Γραμματείας Ορεινών Περιοχών, με Ειδικό Γραμματέα τον Δημήτρη Κυριαζή. Η νέα δομή περιλαμβάνει τρία τμήματα, συντονισμού και στρατηγικού σχεδιασμού, δικτύωσης με την αυτοδιοίκηση και τον ιδιωτικό τομέα, και διεθνών σχέσεων για την προσέλκυση επενδύσεων, ενώ υιοθετεί τον ευρωπαϊκό ορισμό των μειονεκτικών γεωργικών περιοχών, κάτι που ανοίγει τον δρόμο για πρόσβαση σε ευρωπαϊκά κονδύλια συνοχής και αγροτικής ανάπτυξης.
Δεύτερον, το εγχείρημα εντάχθηκε στην Εθνική Στρατηγική «Περιφέρεια 2030», που παρουσίασαν στο Υπουργικό Συμβούλιο ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης και ο υφυπουργός Θανάσης Κοντογεώργης. Η στρατηγική προβλέπει 50 Τοπικά Σχέδια Ανάπτυξης, ένα ανά Περιφερειακή Ενότητα, με χρονικό ορίζοντα το 2035, περισσότερα από 8.000 έργα και άνω των 330 «εμβληματικών» παρεμβάσεων για την περίοδο 2026-2027. Για τις ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές προβλέπεται η εφαρμογή «ρητρών» στις δημόσιες πολιτικές, με στόχο τη συγκράτηση πληθυσμού. Τον Ιούλιο, η Ειδική Γραμματεία ανακοίνωσε στρατηγική συνεργασία με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, μέσω του Μετσόβιου Κέντρου Διεπιστημονικής Έρευνας, για την επιστημονική τεκμηρίωση των πολιτικών και τη χαρτογράφηση αναγκών.
Στη Δημητσάνα, ο Ειδικός Γραμματέας Δημήτρης Κυριαζής συνόψισε τη λογική της πρωτοβουλίας λέγοντας ότι οι Διάλογοι «έρχονται να μιλήσουν με τις ορεινές περιοχές, όχι για αυτές». Ο Θανάσης Κοντογεώργης χαρακτήρισε τη σύσταση της Γραμματείας «ιστορική τομή», σημειώνοντας ότι πρόκειται για το πρώτο ενιαίο θεσμικό πλαίσιο που αποκτά η χώρα ειδικά για τις ορεινές περιοχές, σε μια επικράτεια της οποίας πάνω από το 70% είναι ορεινό.
Πρώτο αίτημα της αυτοδιοίκησης δεν ήταν τα κίνητρα, αλλά ο δρόμος
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην ιεράρχηση των αιτημάτων που τέθηκαν στη Δημητσάνα από την ίδια την τοπική αυτοδιοίκηση. Ο Δήμαρχος Γορτυνίας Ευστάθιος Κούλης δεν ξεκίνησε από τις επιδοτήσεις ή τα φορολογικά κίνητρα. Έθεσε πρώτο το οδικό δίκτυο, επισημαίνοντας ότι οι καταρρεύσεις στο εθνικό δίκτυο απομονώνουν δύο Περιφέρειες, τρεις Περιφερειακές Ενότητες και τους αντίστοιχους Δήμους, με άμεσο κόστος σε ασφάλεια και οικονομία.
Δεύτερο, ο Δήμαρχος Γορτυνίας ανέδειξε ένα νομοθετικό παράδοξο: οι ενιαίοι κανόνες για τους κοινόχρηστους χώρους εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο στους παραδοσιακούς ορεινούς οικισμούς όπως και στις πόλεις, εμποδίζοντας τη νόμιμη λειτουργία επιχειρήσεων εστίασης και εμπορίου, δηλαδή ακριβώς των δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν κόσμο. Από την πλευρά της Περιφέρειας Πελοποννήσου, ο Αντιπεριφερειάρχης Χρήστος Λαμπρόπουλος υποστήριξε ότι η ορεινή ανάπτυξη απαιτεί ολοκληρωμένο σχέδιο που συνδυάζει υποδομές, επιχειρηματικότητα, τουρισμό και προστασία του περιβάλλοντος, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στο πρόγραμμα Peloponnese Trails, ένα δίκτυο άνω των 2.000 χιλιομέτρων πεζοπορικών διαδρομών που παρουσιάστηκε επισήμως, επίσης στη Δημητσάνα, τον Απρίλιο του 2025.
Τι απάντησε το υπουργείο Υποδομών στους Αρκάδες
Το αίτημα για τον δρόμο δεν ήταν ρητορικό. Στις 19 Φεβρουαρίου 2026 δύο βασικοί άξονες της ορεινής Πελοποννήσου βρίσκονταν ταυτόχρονα εκτός λειτουργίας, η Εθνική Οδός 74 Τρίπολης – Πύργου από κατολίσθηση στη θέση «Λιβαδάκι» και η Εθνική Οδός 111 Τρίπολης – Πάτρας από καθίζηση στην περιοχή της Δίβρης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Παράκαμψη Λαγκαδίων, έργο του οποίου η μελέτη είχε φτάσει κοντά στην ολοκλήρωση ήδη από το 2019, με εξασφαλισμένη τότε χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, χωρίς ποτέ να περάσει σε φάση κατασκευής.
Την Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026, δεκάδες Αρκάδες συγκεντρώθηκαν έξω από το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών και αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Δήμαρχο Γορτυνίας Ευστάθιο Κούλη και τον πρόεδρο της Παναρκαδικής Ομοσπονδίας Ελλάδος Παναγιώτη Μπένο συναντήθηκε με τον υφυπουργό Νικόλαο Ταχιάο. Από τις τοποθετήσεις του υφυπουργού προέκυψε ότι η κυβέρνηση δεν σχεδιάζει νέο, σύγχρονο άξονα Τρίπολης – Πύργου, καθώς οι μεγάλοι οδικοί άξονες προχωρούν μέσω συμβάσεων παραχώρησης με κριτήριο την οικονομική αποδοτικότητα και ο Ε-74 δεν συγκεντρώνει την απαιτούμενη κυκλοφοριακή κίνηση. Προτεραιότητα, όπως ανέφερε ο υφυπουργός, έχουν οι άξονες Πάτρα – Πύργος και Πύργος – Καλαμάτα.
Ως μοναδική προοπτική τέθηκε στη συνάντηση η κατασκευή μικρής παράκαμψης στα Λαγκάδια, χωρίς ολοκληρωμένες μελέτες, προϋπολογισμό ή χρονοδιάγραμμα, ενώ καμία συγκεκριμένη λύση δεν δόθηκε για τη θέση «Λιβαδάκι». Νωρίτερα, τον Μάιο του 2026, ο υφυπουργός Υποδομών Βασίλης Σπανάκης είχε αναφέρει πρόσθετη χρηματοδότηση 400.000 ευρώ προς τον Δήμο Γορτυνίας για επενδυτικές δαπάνες, καθώς και κονδύλι δύο εκατομμυρίων ευρώ για έργα συντήρησης στο δίκτυο Πύργος – Αρχαία Ολυμπία – Βασιλάκι για την περίοδο 2026-2027, ποσά που δεν αφορούν την κατασκευή νέου άξονα.
Τα ερωτήματα που μένουν ανοιχτά
Το παρελθόν δεν πρέπει να εξιδανικεύεται. Η Γορτυνία των 42.354 κατοίκων του 1951 ήταν μια περιοχή φτώχειας, που εκκενώθηκε ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να θρέψει τους ανθρώπους της, και η φυγή προς την Αθήνα και το εξωτερικό δεν ήταν αστοχία πολιτικής αλλά επιλογή επιβίωσης.
Το σημερινό ερώτημα είναι διαφορετικό. Δεν αφορά την ανάσχεση ενός ρεύματος που ήδη έφυγε, αλλά το αν όσοι έμειναν, και όσοι θα ήθελαν να επιστρέψουν, βρίσκουν τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις: έναν δρόμο που δεν κλείνει, ένα σχολείο για τα παιδιά, ένα ιατρείο, μια σύνδεση στο διαδίκτυο, μια αδειοδότηση που να μη γίνεται εμπόδιο.
Η Ειδική Γραμματεία Ορεινών Περιοχών λειτουργεί από τον Μάιο, οι Διάλογοι ξεκίνησαν τον Ιούνιο και τα Τοπικά Σχέδια έχουν ορίζοντα το 2035. Στο διάστημα που μεσολάβησε, δύο νηπιαγωγεία της Γορτυνίας έκλεισαν και οι κάτοικοι του Βυζικίου βγήκαν ξανά στον δρόμο.
Είναι νωρίς για να κριθεί το εγχείρημα από τους πρώτους μήνες του. Είναι, όμως, ήδη αργά για μερικά χωριά. Τα ερωτήματα που θα κρίνουν την υπόθεση παραμένουν συγκεκριμένα: πότε θα κατασκευαστεί η Παράκαμψη Λαγκαδίων, τι ακριβώς δεσμεύει τα υπουργεία η ρήτρα ορεινότητας, με τι προϋπολογισμό και προσωπικό λειτουργεί η Ειδική Γραμματεία Ορεινών Περιοχών, και πόσες ακόμη σχολικές μονάδες θα έχουν κλείσει μέχρι τότε…

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου